πλάκωμα

πλάκωμα
το, Ν [πλακώνω]
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πλακώνω, η επίστρωση τοίχων ή δαπέδου με πλάκες, πλακόστρωση
2. η πίεση που ασκείται σε κάτι με την τοποθέτηση βάρους επάνω του
3. μτφ. αίσθημα δυσφορίας στο στομάχι ή στο στήθος («ψυχικό πλάκωμα» — στενοχώρια, θλίψη, άγχος)
4. τσακωμός, φασαρία, καβγάς
5. συνεκδ. το ερωτικό σμίξιμο, η συνουσία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πλάκωμα — το, ατος 1. κάλυψη με βάρη. 2. συνουσία, βιασμός. 3. αίσθημα βάρους, δυσφορία, στενοχώρια: Νιώθω πλάκωμα στο στήθος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλακωμάρα — η, Ν αίσθημα δυσφορίας στο στομάχι ή στο στήθος, πλάκωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλάκωμα + μεγεθ. κατάλ. άρα (πρβλ. τρομ άρα, φαγωμ άρα)] …   Dictionary of Greek

  • πλάκωση — η / πλάκωσις, ώσεως, ΝΜΑ [πλακώ] η πλακόστρωση νεοελλ. μτφ. αίσθημα δυσφορίας στο στομάχι, στο στήθος ή στην καρδιά, πλάκωμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”